Η Παναγία κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ψυχή και στις πεποιθήσεις των πιστών, σε όλο τον κόσμο. Η εικόνα της, με το Θείο βρέφος στην αγκαλιά της συγκινεί και μετατρέπεται από θρησκευτικό σύμβολο σε οικείο πρόσωπο για τον καθένα, ακόμα και για αλλόθρησκους… Γι’ αυτό και η μορφή της έχει αποτυπωθεί στην εικονογραφία με όλες τις τεχνοτροπίες. Ιστορίες χαμένες στο χρόνο και στο μύθο, στα γεγονότα και στις δοξασίες συνοδεύουν την κάθε εικόνα της Παναγίας. Η εικόνα της, θεωρείται θαυματουργή από τους πιστούς, και όχι μόνο στην πατρίδα μας αλλά και στη Λούρδη της Γαλλία, στην Τσεστοχόβα της Πολωνίας, στη Ρώμη και στο ναό του Αγίου Αλφόνσου, ή στη Μόσχα και αλλού.

Φέτος ο Αύγουστος συμπίπτει με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Σ’ αυτή την επέτειο ξεχωριστή θέση έχουν στη Βόρεια Ελλάδα και δύο εικόνες της Παναγίας που είναι συνυφασμένες με το προσφυγικό δράμα.

Παναγία η Μηχανιώτισσα

Η Νέα Μηχανιώνα είναι ο νέος τόπος, στον οποίο μετά την φοβερή Μικρασιατική καταστροφή, οι ξεριζωμένοι Μηχανιώτες της Χερσονήσου της Κυζίκου εγκαταστάθηκαν, ως πρόσφυγες, φέρνοντας μαζί τους ό,τι ποιο ιερό είχαν, την Αγία και Θαυματουργό Εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης.

Στην χερσόνησο της Κυζίκου υπήρχαν δύο εικόνες με την προσωνυμία Φανερωμένη, που οι χριστιανοί τις αποκαλούσαν «αδελφές». Η μία, της Κυζίκου, γνωστή απλώς ως «Φανερωμένη», η άλλη «Παναγία η Μεγάλη» ανήκε στη Μηχανιώνα.

Όταν έγινε η μεγάλη Καταστροφή του Μικρασιατικού, του Ποντιακού και του Θρακικού Ελληνισμού, η μικρότερη εικόνα της Φανερωμένης, Κυζίκου μεταφέρθηκε στην Πόλη. Παραδόθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και σήμερα βρίσκεται στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Η «Μεγάλη Παναγία» μεταφέρθηκε από τους ευσεβείς Μηχανιώτες στο νέο τόπο εγκατάστασή τους. Η χήρα Κατίγκω Μαουτσίδου, που ήταν καντηλανάφτισσα της Εκκλησίας της Παναγίας Φανερωμένης, μαζί με τον Κώστα Καματάκη και τον Γρηγόρη Μπογάκη που ήταν 15 ετών, πήραν την εικόνα μαζί τους μέσα σ’ ένα πάπλωμα, στο νέο τόπο εγκατάστασής της.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το εκλαϊκευμένο κείμενο της Ιστορίας της Νέας και Παλιάς Μηχανιώνας του Βαγγέλη Χατζημπιρπιλού.

«Οι Μηχανιώτες ήταν όλοι Βενιζελικοί. Ήταν και πολύ θρήσκοι και έφτιαχναν στα χωράφια τους εξωκλήσια. Πάνω απ’ όλα είχαν στην πρώτη γραμμή την εκκλησία και δεν έλειπαν καμιά Κυριακή και γιορτή, ακόμα και όταν ήταν στην ξενιτιά για ψάρεμα. Πάνω που καλυτέρεψαν τη ζωή τους, έφτιαξαν καινούρια σπίτια και είδαν άσπρη μέρα, ξημέρωσε μια μαύρη μέρα! Ήταν παραμονή της μεγάλης γιορτής της Παναγίας Φανερωμένης, τα Εννιάμερα 22 Αυγούστου 1922, το μεγαλύτερο πανηγύρι της Μηχανιώνας. Όλοι οι κάτοικοι ήταν στο μοναστήρι για τον εσπερινό της αυριανής γιορτής. Τότε έφτασε το μήνυμα ότι έπρεπε να πάρουν το δρόμο της δεύτερης προσφυγιάς γιατί έρχεται η μεγάλη καταστροφή! Το τι επακολούθησε, δεν μπορείτε να το φανταστείτε! Μετά από πέντε μέρες έφτασε στο λιμάνι ένα βαπόρι που μας το έστειλε η Αδελφότης των Μηχανιωτών της Κωνσταντινούπολης και στις 29 Αυγούστου 1922 μας πήγε στην απέναντι παραλία της Ανατολικής Θράκης, στο χωριό Επιβάτες. Με δύο δρομολόγια πήραμε μαζί μας και όλα τα καΐκια μας, τα δίχτυα και αρκετά πράγματα. Τα ζώα τα πήραμε απ’ τη στεριά μέσω Προύσας.

Η χήρα Κατίγκω Μαουτσίδου, που ήταν καντηλανάφτρα της Εκκλησίας της Παναγίας Φανερωμένης, πήρε τον Κώστα Καματάκη και τον Γρηγόρη Μπογάκη που ήταν 15 ετών και έσωσαν την Εικόνα που την πήραμε μαζί μας τυλιγμένη μέσα σ’ ένα πάπλωμα. Ο Νικόλαος Χατζηγιαννάκης ή Καρανικόλας πήρε μία άλλη εικόνα μεγάλης αξίας του Αγίου Νικολάου που έχει πάνω στο μέτωπο σφηνωμένο ένα στρείδι, γιατί αυτή βρέθηκε μέσα στη θάλασσα. Αυτή η εικόνα βρίσκεται σήμερα στα Λουτρά της Αιδηψού στο ναό των Αγίων Αναργύρων γιατί εκεί έμειναν αρκετοί Μηχανιώτες που είναι και μέχρι σήμερα».

Οι πρόσφυγες παρά τα βάσανα και τις στερήσεις τους δεν άργησαν να αναγείρουν, στην Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης, ένα μικρό Ιερό Ναό, ρυθμού βασιλικής, στον οποίο τοποθέτησαν την εικόνα. Μετά την απελευθέρωση από τους κατακτητές άρχισε να οικοδομείται ο μεγαλύτερος ναός. Τα θεμέλια του Ναού όπως αυτός είναι σήμερα, τέθηκαν στις 9 Μαρτίου 1975, ενώ τα εγκαίνιά του τελέστηκαν με μεγαλοπρέπεια, την Κυριακή 27 Μαΐου 1984. Τα αρχιτεκτονικά σχέδια έγιναν από τον αρχιτέκτονα Γεώργιο Αξιώτη, ειδικό ναοδόμο. Το κτίριο ανοικοδόμησε ο εργολάβος Βασίλειος Πατεράκης. Η χωρητικότητα του ναού ανέρχεται στα 4.000 άτομα. Το μήκος του είναι 35 μ. Το πλάτος 22 μ. Το ύψος του τρούλου εσωτερικά από το δάπεδο υπογείου του είναι 26,50 μ. η δε διάμετρός του 13 μέτρα.

 

Παναγία Σουμελά

Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Εκεί, σε ένα σπήλαιο σε υψόμετρο 1.063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους, σύμφωνα με την παράδοση, η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, εικονογράφησε ο Eυαγγελιστής Λουκάς.

Με ενέργειες του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελευθερίου Bενιζέλου, το 1930, και στα πλαίσια της προωθούμενης ελληνοτουρκικής φιλίας, ο Tούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού επισκέφτηκε την Αθήνα και αποδέχτηκε το αίτημα, μία αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού.

Ήταν 9 Νοεμβρίου του 1931 όταν η εικόνα της Παναγίας Σουμελά επέστρεφε μαζί με τα άλλα ιερά κειμήλια της μονής στην Αθήνα από την Τραπεζούντα. Την αποστολή είχε αναλάβει ο ιερομόναχος Αμβρόσιος Σουμελιώτης.

H εικόνα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Kτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.

Το 1952 ανεγέρθηκε το Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά στο Βέρμιο. Ένας πετρόκτιστος ναός σχετικά μικρότερων διαστάσεων, σε χώρο που παραχωρήθηκε από την τοπική κοινότητα Καστανιάς. Εκεί, τον Αύγουστο του 1952, ενθρονίστηκε με επισημότητα η εικόνα της Παναγίας Σουμελά.

Η εικόνα ξεχωρίζει για την τεχνοτροπία της.

Στη κορυφή της εικόνας υπάρχει η επιγραφή:

«ΔΕΗΣΙΣ ΜΑΡΙΑΣ ΔΟΜΝΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΟΕΒΟΝΔΑ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΣΑΝΔΡΑΣ ΜΠΑΛΑΣΑΣ ΙΩ(ΑΝΝΟΥ) ΕΛΕΝΗΣ».

Επάνω από την Παναγία Σουμελά, δύο άγγελοι κρατούν ένα μεγάλο στέμμα. Το στέμμα έχει τυπωμένες χρυσές και αργυρές διακοσμήσεις λουλουδιών. Ενώ ακριβώς από πάνω υπάρχει η επιγραφή:

«IC. XC. MP. ΘΥ. H COYMELHTHCA» (Ιησού Χριστού Μήτηρ Θεού η Σουµελιώτισσα).

Στα πλαϊνά της εικόνας υπάρχουν παραστάσεις των προφητών ∆αβίδ, Ησαΐα, Μωυσή και Ααρών. Κάτω ακριβώς από την βρεφοκρατούσα Παναγία βρίσκεται η επιγραφή:

«ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΓΑΘΗ ΤΑΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΥ ΧΕΙΡΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΣΟΥ ΑΡΟΝ ΦΙΛΟΨΙΧΟΝ ΤΩΝ ΠΛΑΣΤΗΝ ΟΙΚΤΗΡΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ ΣΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ Κ(ΑΙ) ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΜΙΧΑΛΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 1700».

Τις γωνίες της εικόνας κοσµούν τρεις µεγάλες µπλε πολύτιµες πέτρες, με την τέταρτη να έχει χαθεί. Σειρά από πολύτιµες πέτρες πλαισιώνουν επίσης και τις παραστάσεις.

Η εικόνα και η επίχρυση αργυρή της θήκη (το «καμίσ’» – το πουκάμισο της δηλαδή) έχουν περιβληθεί από ξύλινη θήκη. Μέσα στην οποία έχουν τοποθετηθεί για μεγαλύτερη ασφάλεια.

Facebook Comments Box

Από Symthermnews.gr

Έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση για ότι συμβαίνει στον Δήμο μας και οχι μόνο